Αιφνίδια και αθόρυβα ήρθε ο κίνδυνος

Αιφνίδια και αθόρυβα ήρθε ο κίνδυνος

Μέσα στην αγωνία και το φόβο οι αισθήσεις του αμυνόμενου οξύνονται για την προστασία του.

Τα πρωτόγονα ένστικτα δεν είχαν ούτε για ένα λεπτό εγκαταλείψει την ανθρώπινη φύση.

Σαν οι αισθήσεις οξυμένες να μας καθοδηγούν σε πιο παλιές εγγραφές της συλλογικής ανθρώπινης μνήμης. Έχω να προστατευτώ, να δω , να αφουγκραστώ τον εχθρό μου.

Μέσα σε αυτή τη σύγχυση της παράδοξης απειλής που εκφράζεται μέσω της πανδημίας , αυτή η διαύγεια που  χαρίζουν οι ίδιες οι αισθήσεις μας που τώρα επικεντρώνονται στο σήμερα και στο εδώ με  κάνει να δω, να ακούσω , να νιώσω πράγματα που ίσως και να μην γνώριζα , ίσως και να μην προλάβαινα να παρατηρήσω πως βρίσκονταν εκεί.

Ανοίγω τα μάτια μου να δω...

Βλέπω μέσα στον σκοτεινό καιρό μου παιδιά να παίζουν στα μπαλκόνια , όπως στα παλιά τα καλοκαίρια μου

Βλέπω τις εναλλαγές της ημέρας από την αυγή έως το σούρουπο

Βλέπω την καρακάξα με την μπλε ουρά σαν από πίνακα διάσημου ζωγράφου να πετάει στις άκρες των μπαλκονιών της πόλης μου

Βλέπω παιδιά να χοροπηδούν σε νερόλακκους, να χαίρονται με αυτά που οι μεγάλοι βλακωδώς χαρακτηρίζουμε σαν «τίποτα»

Βλέπω ανθρώπους να έχουν ανάγκη το άγγιγμα και αναθαρρεί η καρδιά μου, που ακόμη ευτυχώς υπάρχει υγεία και σκάμε από την αποστέρηση της φυσικής εγγύτητας

Βλέπω  αριστουργήματα της έβδομης από τις τέχνες

Βλέπω τα κοσμήματα του ανθρώπου, τα μουσεία, να ομορφαίνουν με διαδικτυακές εικόνες την ημέρα

Βλέπω ανθρώπους να  φροντίζονται με μεγαλύτερη ζέση, να  δίνουν την καλύτερη τους φροντίδα στον εαυτό τους αυτή που τους αντιστοιχεί , να  δίνουν  χρόνο.. . χρόνο να αναστοχαστούν, χρόνο να βάλουν νέες προτεραιότητες , χρόνο να αφηγηθούν την ιστορία της ζωής τους , χρόνο να επιθυμήσουν, χρόνο να κλάψουν , χρόνο να  αφεθούν να φοβηθούν,  να δειλιάσουν χωρίς να  κατακρίνουν τον εαυτό τους …χρόνο να ανασυνταχτούν.

Με τα αυτιά μου τεντωμένα ακούω κελαηδήματα , τη θάλασσα, τον πατέρα να τραγουδά με τον μικρό γιο του, τη μητέρα να χαρίζει πολύτιμα λόγια αγάπης και τρυφερότητας στο παιδί της…τις φωνές των ανθρώπων που είναι μακριά…αλήθεια πάντα αυτή τη βελούδινη χροιά είχε η φωνή τους , ήταν πάντα τόσο μελωδική και δεν είχα, τι κρίμα, τον χρόνο να την παρατηρήσω νωρίτερα….

Μυρίζω τα λουλούδια της άνοιξης , τα φαγητά που με τόση φροντίδα ετοιμάζουν οι νοικοκυρές, τα φρεσκοπλυμένα ρούχα που μοσχοβολούν αρώματα, τον άνεμο που τον αισθάνομαι πιο φρέσκο από ποτέ.

Νιώθω τους ανθρώπους να πλησιάζουν και όσοι ήταν από πριν για να αποχωρήσουν τους νιώθω πια πολύ μακριά…

Νιώθω πόνο, οργή , θλίψη μα και λαχτάρα…

Μια λαχτάρα όπως καμία άλλη πρότερη , μια λαχτάρα για αγκαλιά, για χειραψία, για έναν καφέ ελληνικό και μία εκ του σύνεγγυς συζήτηση για ετούτα, για τα άλλα ,για τα μικρά και τα σπουδαία, αγκαλιά στον ήλιο στο καφενεδάκι που σφύζει από ανθρώπους,  από φως , από  παιχνίδισμα…ζωή .